28 Φεβ 2021

Όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του θα πρέπει να την χάσει


Πόσο τραγικό είναι να μην μπορείς να χαρείς και ν' αγαπήσεις; Να νιώθεις στεγνωμένος εσωτερικά, αδύναμος να κοινωνήσεις και να μοιραστείς ότι συμβαίνει μέσα σου. Να είσαι απών, σχεδόν νεκρός και ξένος ως προς την χαρά και τον έρωτα. Να μην μπορείς να γνωρίσεις και αγαπήσεις κανένα πρόσωπο, κυρίως όμως τον ίδιο σου τον εαυτό. Ένα τέτοιο τραγικό πρόσωπο είναι ο μεγάλος αδελφός και υιός, την παραβολής του Ασώτου. Αδυνατεί να μετέχει στην χαρά του Πατέρα του, στην εύρεση του χαμένου αδελφού του. Γιατί άραγε;
• Γιατί η "δικαιοσύνη" του τον έχει κάνει άδικο. Ξέρετε πολλές φορές στην προσπάθεια μας να τα κάνουμε όλα σωστά και δίκαια, γινόμαστε άδικοι. Γιατί ξεχνάμε ότι δεν υπάρχει ένα μέτρο για όλους τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και δεν αμαρτάνουν ούτε κάνουν λάθη για τον ίδιο λόγο και σκοπό.
• Γιατί δεν μπορεί να αγαπήσει και συνδεθεί έξω από κανόνες και νόμους. Τον φοβίζει η ελευθερία. Θέλει όλα να τα ελέγχει και ορίζει με το νου, η καρδιά του τον τρομάζει. Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται τον έρωτα γιατί φοβούνται την ελευθερία.
• Γιατί ζώντας δίπλα στο πατέρα από υιική υποχρέωση και ηθική, δεν μπόρεσε ποτέ να γνωριστεί μαζί του. Το «πρέπει» τσάκισε τα «θέλω» της καρδιάς του. Ο μεγάλος υιός της παραβολής δεν φεύγει ποτέ από τον οίκο του πατρός, είναι πάντα εκεί, κάνει ότι θέλει ο πατέρας του, τηρεί το νόμο και τους κανόνες, αλλά εξωτερικά, αναγκαστικά και υποχρεωτικά, αφήνοντας έξω την καρδιά του, το είναι του.
Όταν στην αγάπη δεν υπάρχει ελευθερία είναι εύκολο να γίνει τυραννία. Τυραννία των άλλων και κυρίως του εαυτού μας. Ο Φαρισαίος και ο σημερινός μεγάλος αδελφός της παραβολής του Ασώτου, είναι ο ίδιος άνθρωπος, τόσο «σωστός» αλλά τόσο στεγνός από αγάπη και αλήθεια. Τα κάνει όλα σωστά αλλά δίχως να αγαπά.
Είναι λοιπόν τραγικό στην ζωή να μην μπορείς να χαρείς με την χαρά του άλλου και μάλιστα εκείνου που λες ότι αγαπάς. Πόσο εύκολο είναι όταν ο άλλος είναι πεσμένος σε λάθη και αμαρτίες να τον λυπάσαι ως τον κακόμοιρο της ιστορίας, και πόσο δύσκολο όταν είναι καλά και χαρούμενος, γεμάτος επιτυχίες, χαρές και χαρίσματα να χαίρεσαι μαζί του. Τους φίλους δεν τους μετράμε μονάχα στις θλίψεις αλλά κα στις χαρές μας. Διότι είναι εύκολο να μας λυπούνται αλλά δύσκολο να μας θαυμάζουν.
Ο σημερινός μεγάλος υιός και αδελφός της παραβολής του Ασώτου δε μπορεί να χαρεί με την χαρά του πατέρα του και την εύρεση του χαμένου αδελφού του, γιατί ποτέ δεν επίτρεψε στον εαυτό του να ζήσει ως χαμένος. Πρόσεχε τόσο πολύ την ζωή του, που στο τέλος έχασε την ψυχή του «Όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του θα πρέπει να την χάσει»(Μαρκ. η΄34-θ΄1)

27 Φεβ 2021

Από τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν στο Άγιο Πορφύριος με θέμα τη χαρά!!

 

Δελτίου τύπου

                      "Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου" 

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021 η δεύτερη από τις διαδικτυακές διαλέξεις του κύκλου «Καιρός του ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου. Ομιλητής ήταν ο π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (
π. Λίβυος
), που ανέπτυξε το θέμα «Από τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν στον Άγιο Πορφύριο με θέμα τη Χαρά». Η διάλεξη πραγματοποιήθηκε μέσω της πλατφόρμας Zoom και την παρακολούθησαν περισσότεροι από 500 ακροατές σε όλη την Ελλάδα αλλά και εκτός των συνόρων. Την εκδήλωση συντόνισε ο Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, Δρ. Παντελής Καλαϊτζίδης.
Ο π. Χαράλαμπος στην ομιλία του τόνισε ότι η χριστιανική ζωή δεν μπορεί να ταυτίζεται με την κατήφεια και την μιζέρια ή με την άρνηση της ζωής και των δώρων της δημιουργίας του Θεού. Μια πνευματικότητα που ακυρώνει και δεν μεταμορφώνει την ζωή και την κτίση δεν μπορεί να είναι χριστιανική. Μια από τις μεγαλύτερες κατηγορίες που δέχθηκε η Χριστιανική εκκλησία ήταν ότι απώλεσε από την ζωή της κοινότητας την χαρά του Πνεύματος, αντικαθιστώντας την με μια νεφελώδη εξαϋλωμένη μεταφυσική εμπειρία.
Όμως η πνευματικότητα του Σμέμαν και του Αγίου Πορφυρίου, δεν είναι ούτε άυλη ούτε ασώματη, αλλά σαρκωμένη. Είναι η παρουσία Εκείνου που είναι ήδη εδώ ως ερχόμενος από το μέλλον. Είναι μια πνευματικότητα που ντύνει στα γιορτινά την ασημαντότητα του καθημερινού. Που μεταμορφώνει το επαναλήψιμο σε μοναδικό και κάνει το εφήμερο να ιριδίζει στα χρώματα της αιώνιας Βασιλείας του Θεού. Έτσι, όταν στην Ορθόδοξη εκκλησία μιλάμε για παράδοση δεν μιλάμε για πράξεις που επαναλαμβάνονται στο χρόνο ή για συνήθειες και αντιλήψεις του παρελθόντος, αλλά για την ενεργούσα παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην ζωή των μελών της εκκλησίας.
Αυτήν την κοινή παρουσία του Πνεύματος συναντάει κανείς διαβάζοντας τα κείμενα του π. Αλέξανδρου Σμέμαν και τους λόγους του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη. Η μαρτυρία των δυο αυτών εκκλησιαστικών ανδρών τονίζει με απόλυτο τρόπο, ότι η Χαρά ως καρπός του Αγίου Πνεύματος αποτελεί το κριτήριο της υγιούς χριστιανικής πνευματικότητας, που βιώνεται παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες της ζωής. Όπου απουσιάζει η χαρά απουσιάζει κι ο Θεός.

Για να δείτε το πρόγραμμα των επόμενων διαλέξεων της σειράς πατήστε εδώ: https://www.acadimia.org/nea-anakoinoseis/deltia-typou/815-e


25 Φεβ 2021

"Αν ήξεραν το σκοτάδι μου, θα θαύμαζαν το Φως Σου…"



Πόσες φορές στην ζωή μας κάναμε λάθη κι όμως Εκείνος μας σκέπασε. Πόσες φορές πέσαμε σε μεγάλες αμαρτίες κι όμως Αυτός μας σήκωσε. Κι πόσες φορές θα έπρεπε να είχαμε καταστραφεί κι όμως Εκείνος συνέχιζε να μας δίνει νέες ευκαιρίες. Είναι Θεός ελέους και οικτιρμών, μακρόθυμος και πολυέλεος, μια αγκαλιά που δεν γνωρίζει από δικαιοσύνη αλλά από αγάπη άνευ προϋποθέσεων. Διότι η αγάπη του Θεού δεν έχει καμία προϋπόθεση κι ας λένε το αντίθετο όλοι εκείνοι που επιχειρούν αιώνες τώρα να κλέψουν την χαρά από την ζωή των ανθρώπων. 

 

Γιατί πως μπορείς να ξέρεις ότι ο Θεός σε αγαπά όπως είσαι, και όχι γι αυτό που θα έπρεπε να είσαι, και να μην χαίρεσαι; Η ελπίδα στην εκκλησία δεν στηρίζεται στα ατομικά μας κατορθώματα, μα στο έλεος και την αγάπη του Θεού. Δεν σώζομαι επειδή είμαι κάποιος αλλά επειδή με αγαπάει κάποιος. 

 

Είναι στιγμές που η αγάπη Του και η δύναμη της Παρουσίας Του, σε οδηγούν σε ξεσπάσματα δοξολογίας και ευχαριστίας, όταν διαπιστώνεις ότι κόντρα στην λογική και τους ηθικούς υπολογισμούς σου, Εκείνος όχι μόνο σε συγχωρεί, όχι απλά σου δίνει νέες ευκαιρίες, αλλά σε γεμίζει Χάρις και Φως.

 

Εκεί καταρρέει κάθε αντίληψη ανθρώπινης δικαιοσύνης και λογικής, αφού ο Θεός είναι παντελώς ελεύθερος από κάθε ανθρώπινο μέτρημα και υπολογισμό. Ο Θεός δεν δεσμεύεται από κανέναν νόμο ή κανόνα, αρχή ή ορισμό, λογική, ηθική και δικαιοσύνη του κόσμου τούτου. Είναι ελεύθερος ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Ντοστογιέφσκι αναφέρει ότι εάν 2 + 2 κάνουν 4 τότε δεν υπάρχει ελευθερία. Ο Θεός δεν εμποδίζεται από τίποτε ώστε να μην μας αγαπά. Είναι ελεύθερος από δεσμεύσεις, γιατί υπάρχει εν αγάπη και ελευθερία. 

 

Η ανθρώπινη αδυναμία δεν μπορεί να νικήσει την αγάπη του Θεού. Το κακό δεν μπορεί να υπερισχύσει. Ο Θεός μας αγαπάει μοναδικά και απόλυτα σε πείσμα των ανθρώπινων αδυναμιών μας.

 

Αναφέρει ο Μητροπολίτης Περγάμου: «Ο Χριστός αποκαλύπτει μίαν Αγάπη του Θεού ελεύθερη σε τέτοιο σημείο που δεν δεσμεύεται από την αμαρτωλότητα του ανθρώπου. Εάν βγάλετε από το Ευαγγέλιο την αγάπη προς τον αμαρτωλό, πέφτει ολόκληρη η ελευθερία της αγάπης του Θεού. Γιατί το ν’ αγαπάς τον δίκαιο και τον καλό είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Το ν’ αγαπάς όμως τον αμαρτωλό και να πεθαίνεις για τον αμαρτωλό, όπως κάνει ο Χριστός, αυτό είναι πια τρέλα, ανοησία, ελευθερία όμως.» 

 

Αυτή η αγάπη του Θεού που κοινωνείται στον άνθρωπο και στην κτίση δια του Αγίου Πνεύματος, μεταφέρει μέσα μας μια βαθιά αίσθηση πίστης και ελπίδας. Και ενώ πονάς αντέχεις, κι ενώ φοβάσαι ελπίζεις, κι ενώ στην ζωή σου δεν βλέπεις κανένα λόγο να χαίρεσαι έρχεται ο Παράκλητος το Πνεύμα της Αληθείας, και κατακλύζει την ύπαρξη σου μέχρι οστών μετά χαράς και φωτός. Μια βαθιά αίσθηση αποδοχής διαχέεται σε ολάκερη την ύπαρξη σου. Αισθάνεσαι ότι ενώ είσαι στην κόλαση κάποιος σε κρατάει αγκαλιά οδηγώντας σε στον παράδεισο. Και τότε θες να φωνάξεις και να μαρτυρήσεις προς όλους, "εάν ήξεραν Κύριε τον σκοτάδι μου, θα θαύμαζαν το Φως Σου".

 

22 Φεβ 2021

Από τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν στον Άγιο Πορφύριο με θέμα τη Χαρά....

 

«Από τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν στον Άγιο Πορφύριο με θέμα τη Χαρά»

Διαδικτυακή ομιλία του π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021, ώρα 19.00

Διαδικτυακά (Zoom): https://zoom.us/j/96606439184

18 Φεβ 2021

Άνθρωποι χαράς και δοξολογίας....



Ο Χριστιανός δεν είναι ο άνθρωπος που φοβάται τη ζωή, είναι ο άνθρωπος που χαίρεται τη ζωή! Η Θεία Λειτουργία, η Θεία Ευχαριστία, που είναι το Α και το Ω της ζωής μας, τι είναι; Είναι η προσπάθεια ο άνθρωπος να ζήσει ευχαριστιακά, δοξολογικά! Δεν αρνείται την ύλη· τη μεταμορφώνει σε σχέση με τον Θεό. Οπότε κι εμείς μπορούμε τα πάντα να τα μεταμορφώσουμε σε σχέση με τον Θεό!

Κάποτε είχα πει κάτι πάνω σε αυτά, σε μια ομιλία, και με ρώτησε μια κοπέλα από το ακροατήριο: «Είπατε ότι ο Άγιος Πορφύριος έλεγε ότι να τα χαίρεστε όλα· και τη θάλασσα και το μπάνιο και αυτά. Μα δεν πρέπει να προσέχουμε από αυτούς τους πειρασμούς;». 


Κάποτε είχα πει κάτι πάνω σε αυτά, σε μια ομιλία, και με ρώτησε μια κοπέλα από το ακροατήριο: «Είπατε ότι ο Άγιος Πορφύριος έλεγε ότι να τα χαίρεστε όλα· και τη θάλασσα και το μπάνιο και αυτά. Μα δεν πρέπει να προσέχουμε από αυτούς τους πειρασμούς;». 

Ναι. Αλλά το πρόβλημα κατά την ορθόδοξη θεολογία, όπως πολύ ωραία τα λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι η προαίρεση και η θέληση του ανθρώπου. Δεν είναι τα πράγματα κακά από μόνα τους· είναι το πως εμείς τα προσεγγίζουμε. Η ζωή δεν είναι κακή, εμείς την παραμορφώνουμε, εμείς την παραχαράσσουμε, εμείς την κάνουμε κόλαση! Τα δημιουργήματα του Θεού δεν είναι κακά, είναι το πως εμείς τα χρησιμοποιούμε, το πως εμείς τα βλέπουμε. 


Το θέμα, λοιπόν, είναι εμείς να μπορέσουμε να τα δούμε ως χαρά και ευλογία. Για να ζήσεις την πνευματική ζωή δεν είναι ανάγκη να φύγεις από τον κόσμο. Είναι ανάγκη να μεταμορφώσεις τον κόσμο, να τον δεις «εν ετέρα μορφή», με άλλη ματιά, με άλλη κατανόηση, με άλλη σύνθεση. Να τον δεις «κατά Θεόν». Αυτό, όμως, δεν είναι ανάγκη να σε βγάλει έξω από τον κόσμο για να το κάνεις και να σου δημιουργήσει μια νεύρωση και έναν εγκλεισμό εσωτερικής κατάρρευσης. 


Και αυτό το βλέπουμε στους μεγάλους αγίους. Εγώ αγαπάω πάρα πολύ τον Άγιο Πορφύριο, του έχω μεγάλη αδυναμία! Δεν ξέρω αν αυτός μου έχει βέβαια, αλλά εγώ του έχω! Ήταν ο Άγιος που άλλαξε τη ζωή μου, διότι είναι ο άνθρωπος της χαράς, του φωτός... Και αυτός χαιρόταν τα πάντα. Φοβερά κείμενα για τα δάση, για τις θάλασσες, τους ανθρώπους, με τα ανθρώπινα πρόσωπα, από την απλή χειραψία ενός ανθρώπου, ας πούμε, μέχρι τη θεία Λειτουργία, μέχρι τα πάντα! Αυτό άλλωστε είναι και η Λειτουργία... 


Να μάθουμε ξανά αυτό που έχουμε ξεχάσει, να είμαστε ευχαριστιακοί, δοξολογικοί άνθρωποι. Να λέμε «Δόξα σοι ο Θεός!». Δεν το λέμε αυτό το πράγμα!..... Να είμαστε άνθρωποι χαράς!

 

 

Πηγή: Από το νέο μου βιβλίο "Ότι λάμπει δεν είναι Χριστός", εκδόσεις "Αρχονταρίκι"

 

16 Φεβ 2021

Τι να μην λες σε κάποιον που αντιμετωπίζει καρκίνο



Εξ αφορμής της παγκόσμιας ημέρα κατά του παιδικού καρκίνου, καλό θα ήταν να θυμόμαστε ως χριστιανοί τι δεν πρέπει να λέμε σε κάποιον που αντιμετωπίζει την ασθένεια του καρκίνου. Διότι πολλές φορές πιεσμένοι από το άγχος και τον φόβο που μας δημιουργεί η είδηση ότι ένας δικός μας άνθρωπος έχει καρκίνο λέμε πράγματα που πληγώνουν.

 

1. «Μην φοβάσαι... Είναι αμαρτία...». Είναι ανόητο να λες σε έναν άνθρωπο που μόλις του ανακοίνωσαν ότι θα πρέπει να παλέψει με τον καρκίνο ότι δεν πρέπει να φοβάται γιατί είναι αμαρτία. Ο φόβος είναι το πιο φυσιολογικό συναίσθημα που αρχικά θα νιώσει ένας άνθρωπος που καλείται να αντιμετωπίσει τον καρκίνο. Και ο Χριστός ένιωσε φόβο στο κήπο της Γεσθημανή, "περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου" (Ματθ. 26,38). Επίσης είναι ανήθικο να βάζεις στην ψυχή του ασθενούς την ενοχή της αμαρτίας. Καμία αμαρτία δεν υπάρχει σε ένα άνθρωπο που εκφράζει την ανθρώπινη ευθραστότητα του. Αντιθέτως είναι ιερός. 

 

2. «Μην αγχώνεσαι δεν σε βοηθάει..». Χαίρω πολύ, το ξέρει κι αυτός, όπως ξέρει ότι τουλάχιστον για τις πρώτες ώρες και μέρες δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο από το νιώθει απειλή και φόβο. 

 

3. «Έτσι το ήθελε ο Θεός», είσαι πολύ μικρός φίλε μου για να ξέρεις τι θέλει ο Θεός. Άσε τον Θεό να αποκαλύψει το θέλημα του στην καρδιά του ασθενούς. Δεν χρειάζεται διαμεσολαβητές ή εκπροσώπους. 

 

4. «Πληρώνεις τις αμαρτίες σου», μάλλον δεν θες να ισχύει αυτό, διότι εάν πληρώσουμε όλοι τις αμαρτίες μας, πίστεψε με δεν θα μείνει κανείς επι της γης. Ευτυχώς που ζούμε μέσα στο έλεος και την αγάπη του Θεού και όχι στην δικαιοσύνη των ανθρώπων.

 

5. «Πολέμησέ το. Νίκησέ το. Σκότωσέ το. Είσαι μαχήτρια». Δεν βοηθάει πάντα. Πολλές φορές ο άλλος απλά θέλει να αισθανθεί ότι έχει το δικαίωμα να φωνάξει, «Δεν μπορώ» δεν είμαι μαχητής, ούτε ήρωας, είμαι απλά ένας άνθρωπος που φοβάται. Επίτρεψε του να φανερώσει την ανθρωπινότητα του. Απλά δώσε του το δικαίωμα να κλάψει και να μιλήσει για τον φόβο ή το αίσθημα αδικίας που αισθάνεται. 

 

6. «Να πάρεις το τάδε φυτικό φάρμακο… Έχεις σκεφτεί να κόψεις το τάδε τρόφιμο από τη διατροφή σου; Πρέπει να μιλήσεις στον τάδε που έχει καρκίνο, ξέρεις αυτά είναι…Ο καρκίνος θέλει καλή ψυχολογία κ.α ». 

Σταμάτα να χρησιμοποιείς την ασθένεια του άλλου και μια κρίσιμη προσωπική στιγμή του, για να κάνεις επίδειξη γνώσεων. Δεν χρειάζεται τις αναλύσεις σου, ούτε τις εξυπνάδες σου, ένα χέρι θέλει να τον κρατάει και μια καρδιά να ακούει και να νιώθει. 

 

7. «Πάντως εγώ στην θέση σου…..» ναι αλλά δεν είσαι στην θέση του, οπότε σταμάτα να το παίζεις έξυπνος εκ του ασφαλούς. Καλύτερα να του πεις, αδελφέ μου, είμαι εδώ για σένα σε ότι θέλεις και αποφασίσεις. 

 

8. «Διάβασα στο ίντερνετ για τον καρκίνο ότι…». Εάν δεν το έχεις καταλάβει ο άνθρωπος σου έχει γιατρό, ένα φίλο και αδελφό χρειάζεται, όχι τις ημιμαθείς ιατρικές σου γνώσεις.

 

9. «Θα μπορούσες να είσαι και χειρότερα…». Ναι μόνο που τώρα πονάει. Και όταν πονάς δεν αντέχεις ο άλλος να ζυγίζει τον πόνο σου. Απλά ζητάς να τον σεβαστεί. 

 

10. «Λυπάμαι….». Να μην λυπάσαι, να προσεύχεσαι και να νοιάζεσαι για τον άλλο. Δείξε του ότι νοιάζεσαι και όχι ότι τον λυπάσαι.

 

Αυτά είναι μερικά από τα λάθη που στην ποιμαντική μου εμπειρία, έχω συναντήσει να κάνουμε, όταν πλησιάζουμε ανθρώπους που πάσχουν από καρκίνο. Αντιλαμβάνομαι ότι κάθε λάθος που γίνεται, έχει άδολη και αγαπητική διάθεση. Αισθανόμαστε άβολα, αγχωμένοι και φοβισμένοι. Θέλουμε να βοηθήσουμε και προσπαθούμε να μην κάνουμε λάθος. Αυτός είναι και ο πιο ασφαλής δρόμος για το λάθος. Να προσπαθείς να μην το κάνεις, με αποτέλεσμα να χάνεις την φυσικότητα σου. Νιώσε, αισθάνσου, προσευχήσου και δήλωσε με όλους τους τρόπους παρόν. 

 

Πιστέψτε με κανείς από τους ανθρώπους που περνάνε μια σκληρή δοκιμασία δεν θα θυμάται τι λόγια του είπατε, δεν θα ξεχάσει όμως ποτέ ότι ήσασταν εκεί. Η παρουσία μας είναι πιο σημαντική από τα λόγια μας. Προσευχηθείτε πολύ, και απλά πείτε στο άλλον «σ’ αγαπώ, είμαι δίπλα σου για ότι χρειαστείς.»

 

 

9 Φεβ 2021

Η παρεξηγημένη αγιότητα....


Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα


"Η Θέωση των Αγίων ως εικονισμός της βασιλείας" 

*αποσπάσματα από το κείμενο


Η λέξη «άγιος» ή «αγιότητα» παραπέμπει σε κάτι εντελώς άσχετο και ξένο προς την εποχή μας, προς τον πολιτισμό και τις αναζητήσεις του συγχρόνου ανθρώπου. Ποιος από τους γονείς της εποχής μας φιλοδοξεί να κάνει τα παιδιά του «άγιους»; Ποιο από τα σχολεία μας και τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα καλλιεργούν την αγιότητα ή την προβάλουν ως όραμα και πρότυπο; Ο «επιτυχημένος» άνθρωπος της εποχής μας, το ιδανικό της σύγχρονης παιδείας και του πολιτισμού μας, δεν είναι καν ο «καλός κι αγαθός» των κλασσικών χρόνων. Είναι εκείνος που εξασφαλίζει χρήματα, ανέσεις και κοινωνική προβολή -αυτό θέλουν οι γονείς από τα παιδιά τους, σ’ αυτό κυρίως αποβλέπουν τα εκπαιδευτικά μας συστήματα, αυτό καλλιεργούν τα μέσα επικοινωνίας, αυτό ονειρεύεται η πλειονότητα των νέων μας.


Πράγματι, σε μια κοινωνία, η οποία βιώνει ως το σοβαρότερο πρόβλημά της την ανεργία και κυριαρχείται από το άγχος πώς να αυξήσει το κατά κεφαλήν εισόδημα, το να γίνεται λόγος για άγιους και αγιότητα αποτελεί πρόκληση, αν όχι πρόσκληση σε γέλωτα και χλευασμό. Όντως, η αγιότητα αποτελεί ένα «λησμονημένο όραμα».
Λησμονημένο γιατί κάποτε υπήρχε, γιατί αυτό ενέπνεε τον πολιτισμό μας, διότι οι άνθρωποί μας άλλοτε ζούσαν με τους αγίους και αντλούσαν από αυτούς το μέτρο του πολιτισμού τους, αυτοί ήταν οι ήρωες, οι μεγάλοι πρωταθλητές, οι «διάσημοι ποδοσφαιριστές» και «σταρ» των χρόνων τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο τα ονόματα των αγίων μας, και αυτά «κουτσουρεμένα» και αλλοιωμένα επί το ξενικώτερον, ενώ οι άνθρωποι προτιμούν πλέον να γιορτάζουν όχι τις μνήμες των αγίων τους, μα τα δικά τους προσωπικά γενέθλια. Σε μια τέτοια εποχή τι να πει κανείς για την αγιότητα; Ο λόγος του θα πέσει στο κενό.


Μα, από το άλλο μέρος, πώς να μη μιλήσει κανείς για κάτι τόσο κεντρικό και θεμελιώδες για τη ζωή του χριστιανού; Γιατί η πίστη μας χωρίς τους αγίους παύει να υφίσταται. Διότι, αν λησμονήσουμε την αγιότητα, δεν απομένει από την Εκκλησία παρά ο ταυτισμός της με τον κόσμο, η «εκκοσμίκευσή της» είναι πλέον αναπόφευκτη.
Αλλά η αγιότητα δεν είναι μόνο «λησμονημένη» στις μέρες μας, είναι όταν και όπως γίνεται λόγος γι’ αυτήν, και παρεξηγημένη. Τι σημαίνει αγιότητα, όταν τη δει κανείς ως εικονισμό της Βασιλείας του Θεού, ως βίωμα και πρόγευση των εσχάτων;


Η παρεξηγημένη αγιότητα


Αν ρωτήσει κανείς τυχαία τους ανθρώπους στον δρόμο τι αποτελεί κατά τη γνώμη τους «αγιότητα», η απάντηση που θα λάβει κατά κανόνα είναι περίπου η εξής: άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, είναι ηθικός από κάθε άποψη, με μια φράση: «δεν αμαρτάνει». Σε ορισμένες περιπτώσεις στην έννοια της αγιότητας προστίθεται ένα στοιχείο και με χροιά μυστικισμού, σύμφωνα με την οποία άγιος είναι εκείνος που έχει εσωτερικά βιώματα, επικοινωνεί με το «θείον», περιέρχεται σε έκσταση και βλέπει πράγματα που δεν τα βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, με λίγα λόγια ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις.


Έτσι η έννοια της αγιότητας φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με κριτήρια ηθικολογικά και ψυχολογικά. Όσο πιο ενάρετος είναι κανείς, τόσο πιο άγιος είναι. Και όσο πιο χαρισματικός είναι κάποιος και επιδεικνύει ικανότητες που δεν τις έχουν συνήθως οι άνθρωποι (όπως να διαβάζει τη σκέψη μας, να προβλέπει το μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερο μας κάνει να τον θεωρούμε «άγιο». Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν διαπιστώσουμε κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά κάποιου (ότι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τον διαγράφουμε από τους «αγίους». Ή αν δεν εκδηλώσει υπερφυσικές ικανότητες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μας ξενίζει και η σκέψη ακόμη ότι θα μπορούσε κάποιος να είναι άγιος.


Η κοινή και διαδεδομένη αυτή αντίληψη για την αγιότητα δημιουργεί ορισμένα βασικά ερωτηματικά, όταν τη θέσουμε στο φως του Ευαγγελίου, της πίστεως και της παραδόσεώς μας. Ας αναφέρουμε μερικά από αυτά:

1. Αν η αγιότητα συνίσταται κυρίως στην τήρηση των ηθικών αρχών, τότε γιατί ο Φαρισαίος κατακρίθηκε από τον Κύριο, ενώ δικαιώθηκε ο Τελώνης στη γνωστή σε όλους μας παραβολή; Συνηθίζουμε να αποκαλούμε τον Φαρισαίο «υποκριτή», αλλά στην πραγματικότητα δεν έλεγε ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι τηρούσε πιστά τον Νόμο, ότι έδινε το 1/10 της περιουσίας του στους πτωχούς και ότι τίποτε από όσα του ζητούσε ο Θεός ως πιστός Ιουδαίος δεν παρέλειπε να εφαρμόσει. Όπως επίσης δεν έλεγε ψέματα όταν χαρακτήριζε τον τελώνη αμαρτωλό -όπως και ο τελώνης τον εαυτό του- γιατί πράγματι ο τελώνης ήταν άδικος και παραβάτης των ηθικών κανόνων.

2. Παρόμοιο ερώτημα προκύπτει και από τη χρήση του όρου «άγιος» από τον Απόστολο Παύλο στις επιστολές του. Απευθυνόμενος στους χριστιανούς της Κορίνθου, της Θεσσαλονίκης, της Γαλατίας κ.λπ., ο Παύλος τους καλεί «αγίους». Στη συνέχεια όμως των επιστολών αυτών κατονομάζει μύρια όσα ηθικά ελαττώματα των χριστιανών αυτών, τα οποία και επικρίνει δριμύτατα. Στην προς Γαλάτας μάλιστα επιστολή φαίνεται ότι η ηθική κατάσταση των εκεί «αγίων» ήταν τόσο απογοητευτική, ώστε να αναγκάζεται ο Παύλος να τους γράψει: «ει γαρ αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθείτε»! Πώς συμβαίνει να καλούνται οι πρώτοι χριστιανοί «άγιοι», όταν είναι βέβαιο ότι η καθημερινή τους ζωή δεν ήταν σύμφωνη με τις επιταγές της ίδιας της πίστεώς τους; Θα διανοείτο άραγε κανείς στις μέρες μας να καλούσε «άγιον» έναν από τους χριστιανούς;


3. Αν η αγιότητα συνδέεται με υπερφυσικά χαρίσματα, τότε θα μπορούσε να την αναζητήσει και να τη βρει κανείς και έξω από την Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι και τα πονηρά πνεύματα ενεργούν υπερφυσικές πράξεις. Οι άγιοι δεν είναι μάντεις και φακίρηδες, ούτε κρίνεται η αγιότητα τους από τέτοια «χαρίσματα». Υπάρχουν άγιοι της Εκκλησίας μας για τους οποίους δεν αναφέρονται θαύματα, ενώ υπήρξαν θαυματοποιοί, οι οποίοι ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν ως άγιοι. Είναι, σχετικά, πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή του προς τους Κορινθίους, οι οποίοι, όπως πολλοί σήμερα, εντυπωσιάζονταν από υπερφυσικές ενέργειες: «και εάν έχω πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Το να διατάξεις ένα βουνό να μετακινηθεί, είχε πει ο Κύριος ότι είναι δυνατόν, αν έχεις πίστη «ως κόκκον σινάπεως». Δεν είναι όμως από μόνο του δείγμα αγιότητας, δεν είναι τίποτα «ουδέν», αν δεν υπάρχει η προϋπόθεση της αγάπης, κάτι δηλαδή που οποιοσδήποτε άνθρωπος χωρίς θαυματουργικές ικανότητες μπορεί να έχει. Θαυματουργία και αγιότητα δεν ταυτίζονται, ούτε συνυπάρχουν κατ’ ανάγκη.


4. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργούνται από τη σύνδεση της αγιότητας με ασυνήθεις και «μυστικές» ψυχολογικές εμπειρίες. Πολλοί ανατρέχουν σήμερα στις ανατολικές θρησκείες για να συναντήσουν εξαϋλωμένους «γκουρού», ανθρώπους εξαίρετης αυτοπειθαρχίας, ασκήσεως και προσευχής. Η Εκκλησία μας δεν τους θεωρεί αυτούς αγίους, όσο βαθιές και υπερφυσικές και αν είναι οι εμπειρίες τους, και όσο σπουδαία και αν είναι η αρετή τους.


Έτσι τελικά τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν άγιοι εκτός της Εκκλησίας; Αν η λέξη «άγιος» σημαίνει αυτό που γενικά ο κόσμος νομίζει και που περιγράφουμε πιο πάνω (δηλαδή ηθικός βίος, υπερφυσικά χαρίσματα και υπερφυσικές εμπειρίες), τότε πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν άγιοι και εκτός της Εκκλησίας (Ίσως μάλιστα συχνότερα εκτός παρά εντός). Αν πάλι θελήσουμε να πούμε ότι η αγιότητα είναι δυνατή μόνο στην Εκκλησία, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα της αγιότητας πέρα από τα κριτήρια που αναφέρουμε πιο πάνω, πέρα δηλαδή από την ηθική τελειότητα και τις υπερφυσικές δυνάμεις και εμπειρίες.


Η αγιότητα ως εκκλησιαστική εμπειρία


Ας δούμε, λοιπόν, πώς αντιλαμβάνεται η Εκκλησία μας την αγιότητα.


Ο όρος «άγιος» έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ρίζα της λέξεως στην ελληνική γλώσσα είναι το αγ-, από το οποίο παράγονται μια σειρά από όρους, όπως το αγνός, το άγος κ.λπ. Τη βαθύτερη σημασία της ρίζας αυτής την κρατάει το ρήμα άζεσθαι, που σημαίνει το δέος σε μια απόκρυφη και φοβερή δύναμη (Αισχύλου, Ευμ. 384 κ. έ.), το σέβας προς τον φορέα της Δύναμης (Ομήρου, Οδύσ. 9,200 κ. έ.) κ.λπ. Έτσι στον αρχαίο ελληνισμό η αγιότητα συνδέεται με τη δύναμη, με αυτό που ο Otto αποκαλεί mysterium fascinosum et tremendum -αυτό που προκαλεί ταυτόχρονα έλξη και φόβο.
Στην Παλαιά Διαθήκη η σημιτική λέξη, που μεταφράζεται από τους Εβδομήκοντα με το «άγιος» είναι το godes, που συγγενεύει με την ασσυριακή kuddushu, και που δηλώνει «κόβω, χωρίζω», διακρίνω ριζικά, καθαιρώ (εξ ου και η σύνδεση με την καθαρότητα και αγνότητα). Τα άγια πράγματα είναι αυτά που τα ξεχωρίζει κανείς από τα υπόλοιπα -κυρίως στη λατρεία- και τα αφιερώνει στον Θεό.


Έτσι η Αγία Γραφή προχωρεί πέρα από την ψυχολογική σημασία που συναντούμε στους αρχαίους Έλληνες (το δέος, τον φόβο, τον σεβασμό προς μια ανώτερη δύναμη) και συνδέει την έννοια του «αγίου» με την απόλυτη ετερότητα, το απολύτως Άλλο, πράγμα που τελικά οδηγεί την Αγία Γραφή στην ταύτιση του «αγίου» με τον ίδιο τον Θεό, στην απόλυτη υπερβατικότητα σε σχέση με τον κόσμο. Άγιος είναι μόνο ο Θεός, και απ’ Αυτόν και μόνο και τη σχέση μαζί Του πηγάζει κάθε αγιότητα. Για να δηλωθεί μάλιστα με έμφαση η πίστη αυτή στην Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας, ο προφήτης της αγιότητας του Θεού) καλεί τον Θεό τρεις φορές άγιο: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ», που σημαίνει στη μορφή του εβραϊσμού, της τριπλής επαναλήψεως, απείρως άγιος (πρβ. το 777 και το αντίθετό του 666, για το οποίο τόσος λόγος και τόσος τρόμος γίνεται σήμερα).
Συνεπώς για την Αγία Γραφή η αγιότητα ταυτίζεται με τον Θεό και όχι με τον άνθρωπο ή τα ιερά πράγματα, όπως στον αρχαίο Ελληνισμό, γίνεται πρόσωπο, και μάλιστα στους Πατέρες της Εκκλησίας ταυτίζεται με την Αγία Τριάδα, με την οποία οι Πατέρες ταυτίζονται και το τρεις φορές άγιος τοy Προφήτη Ησαΐα. Η αγιότητα, συνεπώς, για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά θεοκεντρική, και δεν εξαρτάται από τα ηθικά επιτεύγματα του ανθρώπου, όσο σπουδαία και αν είναι αυτά, αλλά από τη δόξα και τη χάρη του Θεού, από τον βαθμό της προσωπικής σχέσεώς μας με τον προσωπικό Θεό. (Για τον λόγο αυτό και η Θεοτόκος ονομάζεται «Παναγία» ή και «Υπεραγία» -όχι για τις αρετές Της, αλλά γιατί αυτή, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, ενώθηκε προσωπικά με τον άγιο Θεό δίνοντας σάρκα και αίμα στον Υιό του Θεού).


Η αγιότητα λοιπόν δεν είναι για την Εκκλησία ατομικό κτήμα κανενός, όσο «άγιος» κι αν είναι κανείς στη ζωή του, αλλά θέμα σχέσεως προσωπικής με τον Θεό. Ο Θεός κατά την ελεύθερη βούλησή Του αγιάζει όποιον Εκείνος θέλει, χωρίς να εξαρτάται ο αγιασμός από κάτι άλλο, παρά μόνο από την ελεύθερη θέληση του αγιασμένου. Όπως τονίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, οι άνθρωποι δεν συνεισφέρουμε τίποτε άλλο εκτός από την προαίρεσή μας, χωρίς την οποία ο Θεός δεν ενεργεί, ο δε κόπος και η άσκησή μας δεν παράγει ως αποτέλεσμα την αγιότητά μας, αφού μπορούν να αποδειχθούν σκύβαλο χωρίς καμιά αξία.


Αυτή η ταύτιση της αγιότητας με τον ίδιο τον Θεό, στη χριστιανική πίστη οδηγεί στη σύνδεσή της με την ίδια τη δόξα του Θεού. Αγιότητα σημαίνει πλέον το να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ως πρώτο αίτημα της Κυριακής προσευχής δεν είναι άλλο από το «αγιασθήτω το όνομά Σου». Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η προσευχή αυτή είναι εσχατολογική, δηλαδή αναφέρεται στην τελική κατάσταση του κόσμου, είναι σαφές ότι αυτό που ζητούμε στο «Πάτερ ημών» είναι να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο, να έλθει η στιγμή που όλος ο κόσμος θα πει μαζί με τα Χερουβείμ αυτό που είδε και άκουσε ο Ησαΐας στο όραμά του: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου! Ωσαννά εν τοις υψίστοις».


Οι άγιοι δεν επιζητούν τη δική τους δόξα, αλλά τη δόξα του Θεού. Ο Θεός δοξάζει τους αγίους, όχι με τη δική τους δόξα, αλλά με την ίδια Του τη δόξα. Οι άγιοι αγιάζονται και δοξάζονται όχι με μια αγιότητα και μια δόξα που πηγάζει από μέσα τους, αλλά με την αγιότητα και τη δόξα του ίδιου του Θεού (πρβ. βυζαντινή αγιογραφία -χρήση φωτός απ’ έξω προς τα έσω κ.λπ.). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θέωση των αγίων.


Όπως αποσαφηνίστηκε κατά τις ησυχαστικές έριδες του 14ου αιώνα, σε αντίθεση προς τη δυτική θεολογία, η οποία έκανε λόγο για «κτιστή» χάρη, δηλαδή χάρη και δόξα που ανήκει στην ίδια τη φύση των ανθρώπων δοσμένη από τον Θεό κατά τη δημιουργία, η Ορθόδοξη θεολογία, όπως την ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι άλλοι ησυχαστές των χρόνων εκείνων, αντιλαμβάνεται το φως που βλέπουν οι άγιοι και τη δόξα που τους περιβάλλει ως «άκτιστες» ενέργειες του Θεού, δηλαδή ως το φως και τη δόξα αυτού του ίδιου του Θεού. Ο πραγματικός άγιος, είναι εκείνος που δεν επιζητεί με κανένα τρόπο τη δική του δόξα, αλλά μόνο τη δόξα του Θεού. Όταν επιζητεί κανείς τη δική του δόξα, χάνει την αγιότητά του, γιατί σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει άλλος άγιος εκτός από τον Θεό. Αγιότητα σημαίνει μετοχή και κοινωνία στην αγιότητα του Θεού -αυτό σημαίνει άλλωστε θέωση. Κάθε αγιότητα που στηρίζεται στις αρετές μας, στην ηθική μας, στα προσόντα μας, στην άσκησή μας κ.λπ. είναι δαιμονική, και δεν έχει καμιά σχέση με την αγιότητα της Εκκλησίας μας. Από τις παρατηρήσεις αυτές γίνεται φανερό γιατί η κατ’ εξοχήν πηγή της αγιότητας βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία. Ας αναλύσουμε κάπως τη θέση αυτή.


Είπαμε ότι δεν υπάρχει άλλη αγιότητα από εκείνη του Θεού, και ότι οι άγιοι δεν διαθέτουν δική τους αγιότητα, αλλά μετέχουν στην αγιότητα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στην Εκκλησία δεν έχουμε αγίους, παρά μόνον με την έννοια των ηγιασμένων.


Όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. γίνονταν συζητήσεις σχετικά με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, το κύριο επιχείρημα του αγίου Αθανασίου, για να αποδείξει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, ήταν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν αγιάζεται, αλλά μόνον αγιάζει. Αν αγιαζόταν, θα ήταν κτίσμα, διότι τα κτίσματα, και συνεπώς και οι άνθρωποι, δεν αγιάζουν, αλλά αγιάζονται. Ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή Του, που διασώζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την ακούμε στο πρώτο από τα «δώδεκα Ευαγγέλια» της Μ. Πέμπτης, λέγει τη βαρυσήμαντη φράση προς τον Πατέρα: «υπέρ αυτών (των μαθητών και των ανθρώπων, κατ’ επέκταση) εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθείᾳ». Τα λόγια αυτά λέγονται λίγο πριν από το Πάθος και σε σχέση με τον Μυστικό Δείπνο, έχουν δε ευχαριστιακό νόημα: ο Χριστός με τη θυσία Του αγιάζει ο ίδιος (ως Θεός) τον εαυτό Του (ως άνθρωπος) για ν’ αγιασθούμε εμείς κοινωνώντας το σώμα και το αίμα Του. Με τη συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία αγιαζόμεθα, δηλαδή γινόμαστε άγιοι κοινωνώντας με τον έναν και μόνον άγιο, τον Χριστό.


Ίσως δεν υπάρχει πιο αποκαλυπτικό σημείο της ζωής του χριστιανού του τι είναι αγιότητα, από την εκφώνηση του ιερέως, όταν υψώνει το Τίμιο Σώμα λίγο πριν από τη Θ. Κοινωνία: «τα άγια τοις αγίοις», δηλαδή το Σώμα του Χριστού και το Αίμα Του είναι άγια και προσφέρονται στους «άγιους», τα μέλη της Εκκλησίας προς κοινωνίαν. Η απάντηση του λαού στην εκφώνηση αυτή είναι συγκλονιστική, και συνοψίζει όσα είπαμε πιο πάνω: «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ένας είναι μόνον άγιος, ο Χριστός -εμείς είμαστε αμαρτωλοί- και η αγιότητά Του, στην οποία καλούμεθα να συμμετάσχουμε και εμείς οι αμαρτωλοί, δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο από τη δόξα του Θεού (εις δόξαν Θεού Πατρός). Την ώρα εκείνη η Εκκλησία βιώνει την αγιότητα στο αποκορύφωμά της. Με την ομολογία «εις άγιος», κάθε αρετή μας και κάθε αξία μας εκμηδενίζονται μπροστά στην αγιότητα του μόνου Άγιου. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσερχώμεθα στη Θ. Κοινωνία χωρίς προπαρασκευή και αγώνα για την άξια προσέλευσή μας. Σημαίνει όμως ότι όσο και αν προετοιμαστούμε, δεν γινόμαστε άγιοι προτού κοινωνήσουμε. Η αγιότητα δεν προηγείται της ευχαριστιακής κοινωνίας, αλλ’ έπεται. Αν είμαστε άγιοι πριν κοινωνήσουμε, τότε προς τι η Θ. Κοινωνία; Μόνον η μετοχή στην αγιότητα του Θεού μας αγιάζει, και αυτό είναι που μας προσφέρει η Θ. Κοινωνία. Από την παρατήρηση αυτή πηγάζει μια σειρά από αλήθειες που έχουν σχέση με το θέμα μας.


Η πρώτη είναι ότι κατανοούμε με τον τρόπο αυτό γιατί στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται «άγιοι», παρά το ότι δεν χαρακτηρίζονται από ηθική τελειότητα. Εφ’ όσον αγιότητα για τους ανθρώπους σημαίνει μετοχή στην αγιότητα του Θεού, όπως αυτή προσφέρεται από τον Χριστό, ο Οποίος υπέρ ημών αγιάζει εαυτόν με τη θυσία Του, όλα τα μέλη της Εκκλησίας, που μετέχουν στον αγιασμό αυτό μπορούν να καλούνται «άγιοι».


Με την ίδια «λογική», στη γλώσσα της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες και τα στοιχεία της Ευχαριστίας έλαβαν το όνομα «τα άγια» (πρβ. τα άγια τοις αγίοις»), παρά το ότι από τη φύση τους δεν είναι άγια. Και με την ίδια αιτιολογία η Εκκλησία πολύ νωρίς επίσης απένειμε τον τίτλο «άγιος» στους επισκόπους. Πολλοί σκανδαλίζονται σήμερα όταν λέμε «ο άγιος δείνα» Ο επίσκοπος καλείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι για τις αρετές του, αλλά γιατί εικονίζει στη Θ. Ευχαριστία τον μόνον άγιο, ως εικών του Χριστού και ως καθήμενος εις τόπον και τύπον Θεού, κατά τον άγιο Ιγνάτιο. Η θέση του επισκόπου στη Θ. Ευχαριστία είναι εκείνη που δικαιολογεί τον τίτλο «άγιος». Ο Ορθόδοξος λαός, πριν υποστεί τη διάβρωση του ευσεβισμού, δεν είχε καμία δυσκολία να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του εικονισμού, και βλέπει τον ίδιο τον Χριστό στο πρόσωπο εκείνου, που τον εικονίζει μέσα στη Θ. Λειτουργία, δηλαδή στον επίσκοπο.
Έτσι η Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων». Σ’ αυτήν αποβλέπει η άσκηση των οσίων, η οποία δεν είναι ποτέ σκοπός, αλλά μέσο προς τον σκοπό, που είναι η ευχαριστιακή κοινωνία. Το σημείο αυτό λησμονείται και παραβλέπεται από πολλούς σύγχρονους θεολόγους, ακόμα και Ορθοδόξους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στις μέρες μας, τείνουν να ταυτίσουν την αγιότητα με την άσκηση.


Η περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας όμως είναι εύγλωττη. Επί σαράντα χρόνια ασκήθηκε σκληρά για να καθαρθεί από τα πάθη, αλλά όταν κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τον άγιο Ζωσιμά, τότε ετελεύτησε τον βίο έχοντας αγιασθεί. Ο σκοπός της ασκήσεώς της ήταν η ευχαριστιακή κοινωνία. Θα ήταν αγία η οσία Μαρία, αν είχε καθαρθεί από τα πάθη αλλά δεν είχε κοινωνήσει; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.
Αλλά η Θ. Ευχαριστία είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, δηλαδή της καταστάσεως εκείνης, στην οποία θα αγιάζεται και θα δοξάζεται από όλη την κτίση αιώνια και αδιάκοπα ο «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ».



Πηγή: Από το βιβλίο «Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα», εκδ. Ακρίτας

8 Φεβ 2021

Καμία ηθική δεν νικάει τον θάνατο....


Όταν ο Χριστός συγχωρούσε την μοιχαλίδα γυναίκα, ζητώντας από τους διώκτες της να πετάξουν την πέτρα της οργής και ηθικής τους «καθαρότητας» λέγοντας τους «ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω…», δεν έσωζε απλά έναν άνθρωπο από το θάνατο, ούτε παρέδιδε μαθήματα καλής συμπεριφοράς, αλλά αποκάλυπτε μια μεγάλη οντολογική αλήθεια, ότι κανείς άνθρωπος δεν είναι απόλυτα ηθικός και ακέραιος ώστε να έχει το δικαίωμα να πετροβολά το άλλον μέχρι να τον εξοντώσει. 


Ο Χριστός ζητάει από εμάς να μην κατακρίνουμε και να μην καταδικάζουμε τον συνάνθρωπο μας όχι γιατί αυτό είναι μια κακή πράξη και συμπεριφορά, αλλά διότι κανείς άνθρωπος δεν έχει την ηθική ακεραιότητα και καθαρότητα να το πράξει αυτό. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε συγχρόνως σκοτεινοί και φωτεινοί, ηθικοί και ανήθικοι, ήρωες και προδότες, δηλαδή απείρως αντιφατικοί. 

 

Πάντες κουβαλάμε πάθη και αδυναμίες, όμορφες και άσχημες στιγμές. Στιγμές που αγαπήσαμε και στιγμές που μισήσαμε, τότε που ελπίσαμε και τότε που απογοητευθήκαμε, τότε που δημιουργήσαμε αλλά και τότε που καταστρέψαμε. Τι τραγικό να σε αγαπώ και να σε μισώ συγχρόνως μα και τι φωτεινό την ώρα που σε μισώ να νιώθω ότι σ αγαπώ.

 

Όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφκυ και του Παπαδιαμάντη ζουν αυτή την απίστευτη ανθρώπινη αντιφατικότητα να είναι αμαρτωλοί και άγιοι μαζί, «ήμουν ένας παλιάνθρωπος κι όμως αγαπούσα τον Θεό…» λέει ο Ντιμιτρι στους «Αδελφούς Καραμάζοφ» συνεχίζοντας, « Ήμουν ένας παλιάνθρωπος, κι όμως αγαπούσα τον Θεό… Το καλό και το κακό βρίσκονται σε μια τερατώδη συνύπαρξη μέσα στον άνθρωπο». Και ο Μέγας Ιεροξεταστής σκεπτόμενος το μέγεθος της αντιφατικότητας των ανθρώπων, το μέγα μυστήριο αυτό, λέει, «διεφθαρμένοι άνθρωποι είναι συχνά καλοσυνάτοι, εγκληματίες είναι τρυφεροί και αισθηματικοί, πουριτανοί και ηθικιστές είναι σκληροί και άσπλαχνοι, όλοι είναι εξίσου ικανοί για το κακό και για το καλό….». 

 

Θα αναρωτηθεί κάποιος και τι πρέπει να κάνουμε να αφήσουμε το κακό και τους εγκληματίες ατιμώρητους; Όχι. Ο Χριστιανισμός δεν αμνηστεύει σε καμία περίπτωση το κακό αλλά ούτε επικροτεί την υποκρισία ή τον ηθικό ελιτισμό. Ίσως μια λύση θα ήταν να χρησιμοποιήσουμε την μεθοδολογία των πατέρων της εκκλησίας, που διέκριναν με απόλυτο σεβασμό, το ανθρώπινο πρόσωπο από την αμαρτία. Την πράξη από το βάθος του ανθρώπου. Διότι σαφέστατα και οι πράξεις μας φανερώνουν τις ποιότητες μας, αλλά δεν μας εξαντλούν ως πρόσωπα. Είμαστε κάτι πέρα από τις πράξεις μας, κι αυτό το γνωρίζει μονάχα ο Θεός κι αυτοί που πραγματικά μας αγάπησαν. 


Ο κόσμος αυτός δεν είναι παράδεισος, χρειάζεται όρια και κάποιοι θα πρέπει να τα βάζουν. Ωστόσο όμως δεν θα πρέπει ως Χριστιανοί να λησμονούμε ότι είναι τελείως διαφορετική η ανθρώπινη δικαιοσύνη από εκείνη του Θεού. Διότι αυτοί που στην ζωή αυτή πήγαν στο περιθώριο στην Βασιλεία Του ίσως να είναι στο προσκήνιο, και εκείνοι που ήταν τελευταίοι ίσως να βρεθούν πρώτοι. Η εμπειρία της εκκλησίας μας λέει, ότι συνήθως ότι πετάνε οι άνθρωποι το μαζεύει ο Θεός. Μπορεί οι άνθρωποι να σε στιγματίσουν, να σε απομονώσουν και καταδικάσουν, αλλά ο Θεός να σε αγκαλιάσει και να σε σώσει.

 

Εάν οι άγιοι της εκκλησίας αγαπούσαν το κάθε άνθρωπο και ιδιαιτέρως τον αμαρτωλό ήταν διότι έχοντας οι ίδιοι τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, είχαν κατέβει βαθιά μέσα στην ανθρώπινη καρδιά, και είχαν δει την τραγωδία, τα τραύματα και αντιφατικότητα της. Σχολιάζοντας την φράση του Αγίου Σιλουανού Αθωνίτου «κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι….» ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, αναφέρει: «Κρατώντας το νου σου στην κόλαση ταπεινώνεσαι, όχι ψυχολογικά, αλλά οντολογικά. Συμμετέχεις στην άβυσσο του μηδενός, όπου βρισκόσουν πριν ο Θεός σε φέρει στην ύπαρξη. Βιώνεις την απουσία του Θεού ως υπαρξιακό κενό και εκεί, σε αυτό το κενό, συναντάς τον προγεννήτορα σου Αδάμ να κλαίει και να θρηνεί για την απώλεια του παραδείσου. Ταυτίζεσαι έτσι με όλη την ανθρωπότητα, ιδιαίτερα στην πεπτωκυιά κατάσταση της, και ταυτιζόμενος με αυτήν στην πτώση της αποκτάς την αληθινή αυτογνωσία και παύεις να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου – αυτή είναι η αληθινή ταπείνωση- ενώ την ίδια στιγμή νιώθεις συμπάθεια προς όλους εκείνους που σαν εσένα είναι αμαρτωλοί, συμπεριλαμβανομένων των εχθρών σου, και έτσι τους αγαπάς όλους, όχι συναισθηματικά αλλά υπαρξιακά, όχι υποχρεωμένος να το κάνεις αυτό λόγω κάποιας ηθικής επιταγής, αλλά συμμετέχοντας στην δική τους ύπαρξη, στον χωρισμό τους από το τον Θεό, στον θάνατο τους». 

 

Ο αμαρτωλός άνθρωπος υποφέρει. Προσπαθεί με λάθος τρόπους να βρει την χαρά και ευτυχία. Κάθε αμαρτία είναι μια λανθάνουσα πράξη ελευθερίας. Σε κάθε πάθος και λάθος, διεκδικούμε το δικαίωμα στο αληθινό. "Δεν αντέχετε η ζωή με κενά", έλεγε ο Άγιος Πορφύριος, γι αυτό εναγωνίως ψάχνουμε να βάλουμε κάτι στην θέση αυτού του υπαρξιακού κενού. Δεν έχουμε όμως την υπομονή και σοφία, να θέσουμε την αλήθεια του Θεού, το πρόσωπο του Χριστού, στο σκοτάδι που ζητά να γίνει φως και εκεί κάπου αρχίζει ένα φαύλος κύκλος οδύνης. Αυτή την ανθρώπινη τραγωδία την γνώριζαν καλά οι άγιοι γι’ αυτό αγαπούσαν τους αμαρτωλούς γιατί ήξεραν τα τραύματα τους.

 

Ο κόσμος αυτός, μέχρι να συναντήσει την ολοκλήρωση και έσχατη φανέρωση του σχεδίου του Θεού, που είναι η αιώνια Βασιλεία Του, θα ζει με αντιφάσεις. Θα ζει ανάμεσα στην θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη για να θυμηθούμε τον Παπαδιαμάντη στο διήγημα του, «Η Φόνισσα», όπου η Φραγκογιαννού, η τραγική αυτή γυναίκα που γίνεται φόνισσα μικρών κοριτσιών, θα πεθάνει έχοντας την πλάτη της τις σφαίρες των χωροφυλάκων και μπροστά στα μάτια της το εκκλησάκι του Αγίου Σώστη. Πίσω ως παρελθόν η δίκη του νόμου, μπροστά ως βλέμμα ελπίδας το έλεος του Θεού. 

 

 Στην ιστορία αυτού του κόσμου η ανθρώπινη καρδιά θα παραδέρνεται στις αντιφάσεις της, στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στην ανθρώπινη και την θεία δικαιοσύνη. Ο ανθρώπινος νόμος θα δικάζει το παρελθόν μας και η Θεία αγάπη θα φωτίζει το μέλλον μας. Καμία ηθική δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο, παρά μονάχα η αγάπη. Κι αυτή η αγάπη δεν είναι συναίσθημα ή ιδέα, αλλά πρόσωπο και είναι ο Χριστός.

..........................................................................................................

Ζωγραφικός πίνακας: Wayne Forte

6 Φεβ 2021

Εκκλησιολογικές παγίδες εν μέσω πανδημίας…


Πηγή: 
εκκλησιολογικές-παγίδες-εν-μέσω-παν

                                                                                     π. Χαράλαμπος Λίβυος Παπαδόπουλος

Όλο αυτό το διάστημα της υγειονομικής κρίσης η εκκλησία προσπαθεί να διακονήσει τις κοινότητές της, κάτω από ειδικές συνθήκες, να κάνει οικονομία σε θέματα που γνωρίζει ότι θεολογικά είναι κρίσιμα, αλλά δεν γίνεται να πράξει διαφορετικά, μιας και όντως οι καταστάσεις είναι πρωτόγνωρες και ειδικές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ακούγονται συμβουλές και προτροπές από κληρικούς που ποτέ δεν θα γινόταν κάτω από κανονικές συνθήκες εκκλησιαστικής ζωής. Και εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Διότι σαφέστατα κατανοούμε ότι διάγουμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση που κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος, οπότε και οι αντιδράσεις ή οι πρακτικές έχουν μεγάλη δόση αυτοσχεδιασμού ή ποιμαντικού αιφνιδιασμού, ωστόσο όμως, καλό είναι να προσέξουμε το πως διατυπώνουμε κάθε ποιμαντική πρόταση προς το σώμα της εκκλησίας ώστε να μην στέλνουμε λανθασμένα θεολογικά μηνύματα που στο μέλλον ίσως εξελιχθούν σε εκκλησιολογικές παγίδες.

«Μείνετε σπίτι δεν πειράζει που δεν θα έρθετε στην εκκλησία….»

Η παραπάνω ποιμαντική προτροπή ακούστηκε κατά κόρον από χείλη κληρικών και θεολόγων αυτή την περίοδο της υγειονομικής κρίσης. Θα γινόταν ποτέ κάτω από φυσιολογικές συνθήκες; Σαφέστατα όχι. Είναι μια προτροπή ποιμαντικής οικονομίας κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες και ως τέτοια είναι κατανοητή και ανεχτή από το πλήρωμα της εκκλησίας. Ενώ όμως έτσι έχουν τα πράγματα, δεν παύει η συγκεκριμένη τοποθέτηση, «μείνετε σπίτια σας, ο Θεός είναι παντού, δεν πειράζει που δεν θα έρθετε στην εκκλησία…» σε μια άκρως ατομοκρατική εποχή όπως την σημερινή, να αποτελεί μια εκκλησιολογική παγίδα που θα επιφέρει σοβαρές συνέπειες για την ταυτότητα της εκκλησίας.

Ο σύγχρονος ατομοκρατικός άνθρωπος υποστηρίζει ότι , «..ο Θεός είναι παντού και έτσι δεν είναι απαραίτητη η εκκλησία για να συναντηθείς μαζί του..». Σαφέστατα κι ο Θεός είναι παντού, είναι ο πανταχού παρόν και τα πάντα πληρών, αυτό άλλωστε μας το έχει αποκαλύψει ο ίδιος πολλές φορές μέσα στην ιστορία. Όμως ο ίδιος αυτός Θεός που μας είπε ότι είναι πνεύμα, «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν[1]», ο ίδιος είναι κι εκείνος που μας είπε ότι δεν μπορεί κανείς να φτάσει σε Αυτόν εάν δεν περάσει μέσα από την αγάπη προς τον πλησίον. Δηλαδή μέσα από την σχέση με την κοινότητα. Και μάλιστα την κοινότητα εκείνη που φέρει ως ταυτότητα της την αναφορά στον πρόσωπο του Χριστού. Διότι ο Χριστός είναι εκείνος που λυτρώνει την ιστορία, που ενώνει το κτιστό με το άκτιστο και αναφέρει δια του Αγίου Πνεύματος , λυτρωτικά τα πάντα στον Θεό πατέρα Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει, αλλά ξέρουμε ότι θέλει να πνέει προς την κατεύθνυση του Χριστού (Ιωάν.16,14). Την ίδια στιγμή είναι το Πνεύμα κοινωνίας, και όπου πνέει δημιουργεί όχι καλούς χριστιανούς ως άτομα, αλλα κοινότητα(Πραξ.κεφ. 2)[2]».

Η ταυτότητα της Ορθοδόξου εκκλησίας είναι κοινοτική. Πραγματώνεται στην Θεία Ευχαριστία. Εκεί όπου πάντες συνάσσονται μέσα σε ένα πλέγμα σχέσεων και κοινωνίας, με σημείο αναφοράς τον Χριστό. Ο Χριστός είναι αυτός που τους ενώνει σε μια νέα ανθρωπότητα και κτίση εν Θεώ. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό έξω από τον Χριστό[3], και κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Χριστό έξω από την Εκκλησία. «Δεν υπάρχει περίπτωση να συναντηθείς με τον Χριστό χωρίς να «σκοντάψεις» στην Εκκλησία, ούτε υπάρχει περίπτωση να είσαι στην εκκλησία και να μην «σκουντουφλήσεις» στον Χριστό. [4]».

Η εκκλησία είναι μια κοινωνία σχέσεων, ένας νέος τρόπος να υπάρχεις. Να ζεις με αγάπη και ελευθερία. Μια ελευθερία εν Χριστώ, που ξεπερνάει κάθε μορφή αναγκαιότητος της φύσης. Στην εκκλησία μαθαίνω υπαρξιακώ τω τρόπω ότι η σωτηρία μου περνάει μέσα από τον άλλον. Δεν υπάρχει υπάρχει ατομική, απευθείας σχέση με τον Χριστό. Κάθε μορφή σχέσης μαζί του, περνάει μέσα από την εκκλησία, από την κοινότητα και κοινωνία των σχέσεων. Αναφέρει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης στα Δογματικά του μαθήματα, «θα πρέπει πριν από όλα να απαλλαγούμε από μια εσφαλμένη αντίληψη που έχουμε, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα ενεργεί επί μεμονωμένων ατόμων. Η αντίληψη αυτή είναι τόσο διαδεδομένη ώστε να ξενίζει ίσως το ότι την αποκαλούμε εδώ «εσφαλμένη». Όσοι την υποστηρίζουν παραγνωρίζουν μια θεμελιώδη διάκριση μεταξύ της ενεργείας του Αγ. Πνεύματος στην Παλαιά Διαθήκη και εκείνης στην Καινή Διαθήκη. Στην Π.Δ. το Πνεύμα δίδεται σε ορισμένα άτομα (προφήτες, βασιλείς κλπ) και όχι στο σύνολο του λαού του Ισραήλ. Στη Μεσσιανική όμως εποχή που εισάγεται στην Κ.Δ. με την έλευση του Μεσσία, το Πνεύμα αναμενόταν να δοθεί σε όλο το λαό του Θεού. Γι’ αυτό στην εξιστόρηση της Πεντηκοστής, ο Λουκάς χρησιμοποιεί τη φράση του προφήτη Ιωήλ: «εν ταις εσχάταις ημέραις εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα… λέγει Κύριος Παντοκράτωρ»[5].

Ακόμη και όταν προσεύχομαι στο δωμάτιο μου, προσεύχομαι ως μέλος του σώματος της εκκλησίας, σε κοινωνία με τους άλλους, «ότι είναι ο χριστιανός είναι αυτό που είναι σαν μέλος του σώματος του Χριστού, κι όχι καθευατόν. Ακόμη και στην μοναξιά και στο «ταμείον» μέσα ο χριστιανός προσεύχεται σαν μέλος της εκκλησίας[6]». Ο Χριστός δεν είναι ατομικός αλλά συλλογικός. Είναι Εκείνος που εν Αγίω Πνεύματι, ενώνει τους πάντες και τα πάντα στο σώμα του.

 «Θεία Λειτουργία χωρίς πιστούς…»

Μπορεί να υπάρξει Θ. Λειτουργία χωρίς πιστούς; Σαφέστατα και όχι. Στην Ορθόδοξη εκκλησία δεν υπάρχει η έννοια της ιδιωτικής λειτουργίας ή της ατομικής σωτηρίας, πέρα ότι πολλές φορές φανερώνονται τέτοιες εκκλησιολογικές παρατυπίες. Και δεν μπορεί να υπάρξει για ένα απλό λόγο, ότι Χριστός και ατομισμός δεν πάνε μαζί. Χριστός σημαίνει κοινότητα, κοινωνία, σχέση, συλλογικότητα. Εκεί που οι πολλοί γίνονται ένας. Αυτό είναι το έργο του, έργο της Θείας Οικονομίας. Ο Χριστός δεν σώζει κάποιον αλλά την ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει σωτηρία που να μην περνάει μέσα από την σχέση μου με τον άλλον.

Ωστόσο είναι παρήγορο το γεγονός ότι στις Θ. Λειτουργίες που τελούνται εν μέσω πανδημίας, τουλάχιστον επιτρέπεται η παρουσία ψαλτών και νεωκόρων που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργούν ως το σώμα του λαού που είναι απολύτως απαραίτητο για τελεστεί το μυστήριο της Ευχαριστίας. «Στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε βαπτισμένος λαμβάνει αμέσως χρίσμα και Ευχαριστία: ο λαϊκός πρέπει από εκείνη τη στιγμή που γίνεται λαϊκός δια του βαπτίσματος και μετά, να ασκήσει το αξίωμα του. Αυτό το αξίωμα είναι τόσο θεμελιώδες και σημαντικό, που στην Ορθόδοξη Εκκλησία καμία Ευχαριστία δεν μπορεί να τελεσθεί χωρίς την παρουσία λαϊκών. Ο λαϊκός, που λέει στην Ευχαριστία το «Αμήν», είναι το ίδιο απαραίτητος, όπως ο ιερεύς. Γιατί η Ευχαριστία είναι μια κοινωνία που ενσαρκώνει την παρουσία του Χριστού στο κόσμο και, όπως η κοινωνία των Αγίων, που θα τον περιστοιχίζει στην Βασιλεία Του, Τον περιστοιχίζει ήδη από τώρα στην Ευχαριστία[7]».

«Ελάτε να κοινωνήσετε στο τέλος της Θ. Λειτουργίας»

 Το ακούμε πλέον κι αυτό συχνά εν καιρώ πανδημίας. Όμως η θεία κοινωνία δεν είναι ένα ατομικό, ηθικό ή ψυχολογικό γεγονός. Δεν είναι μία πράξη ιδιωτικής ευσέβειας. Πως θα κοινωνήσεις το σώμα και το αίμα του Χριστού χωρίς πρώτα να έχεις μετάσχει στο μυστήριο της σύναξης, της Θεία Λειτουργίας; Πως κάποιος θα κοινωνήσει τον Θεό χωρίς πρώτα να έχει κοινωνήσει με τους συνανθρώπους του; Της θείας κοινωνίας προηγείται η κοινωνία με το μυστήριο του αδελφού. Πρώτα προηγείται η σύναξη, η σχέση με την κοινότητα, και έπειτα έρχεται η θεία κοινωνία. Δεν μπορώ να κοινωνώ ατομικά, αλλά πάντα ως μέλος της  εν Χριστώ σύναξης. Διότι η Θεία μετάληψη του σώματος και αίματος του Χριστού, δεν είναι μια εξατομικευμένη πράξη ευλάβειας, αλλά η κορύφωση της μετοχής μας στην κοινότητα, στην σχέση με τους άλλους και τον Θεό.

«Η εμπειρία της Θ. Ευχαριστίας είναι ότι κάνει την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό σχέση που περνάει μέσα από τους άλλους. Μπορεί κανείς εύκολα να δημιουργήσει μια σχέση με τον Θεό, η όποια να παραγνωρίζει, να παραμερίζει τον πλησίον. Αυτή είναι μια επικίνδυνη κατάσταση, η οποία μπορεί εύκολα να συμβεί έξω από την ευχαριστιακή εμπειρία. Αλλά και στην ευχαριστιακή εμπειρία παρεισφύει πολλές φορές η ευσεβιστική ατομοκρατία, και βλέπει κανείς πολλές φορές έναν πιστό να πηγαίνει στην Θεία Ευχαριστία και να απομονώνεται από το υπόλοιπο σώμα της εκκλησίας για να προσευχηθεί δήθεν καλύτερα πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα στο σπίτι του. Στην Θεία Λειτουργία δεν πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε ως άτομα, πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε μαζί με τους άλλους ως κοινότητα. Πρέπει λοιπόν να έχουμε διαρκώς συνείδηση ότι ο διπλανός μας είναι και αυτός μέλος του ίδιου σώματος και ότι δια μέσου της σχέσεως αυτής με τον διπλανό μας επικοινωνούμε με τον Θεό..[8]» .

 «Κάθε ενορία και μια τηλεόραση….»

 Την περίοδο της πανδημίας, είδαμε να κορυφώνεται η ποιμαντική πρακτική της τηλεοπτικής μετάδοσης της Θείας Λειτουργίας και της παρακολούθησης αυτής από το σπίτι. Στις μέρες μας σχεδόν κάθε ενορία κάνει και μια αναμετάδοση προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να απαλύνει την οδύνη των πιστών για την απαγόρευση της μετοχής τους στην Ευχαριστία.

Όμως τίθεται και πάλι το ερώτημα και πλέον σε μεγαλύτερη ένταση εάν τελικά με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια συνείδηση ασώματης λατρείας. Δηλαδή μήπως κυοφορείται η αντίληψη ότι μπορώ να παρακολουθώ χωρίς να μετέχω. Εάν τελικά η εικόνα κερδίζει την πραγματικότητα της ζωής.

Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι η μετοχή στην Θεία Ευχαριστία, προϋποθέτει την σωματική παρουσία των πιστών εν τόπω και χρόνω. Δηλαδή δεν μπορείς να μετέχεις άυλα, εικονικά ή φαντασιακά στην Θ. Ευχαριστία. Είναι απαραίτητη η μετοχή του σώματος και της  υλικότητας σου στην εκκλησία. Στην εκκλησία και συγκεκριμένα στην ευχαριστιακή πνευματικότητα, δεν καταργείται η ύλη και η κτίση αλλά μεταμορφώνεται σε κοινωνία με τον Θεό.

«Η τεχνολογία αποτελεί απειλή για την ταυτότητα της Εκκλησίας, διότι εισάγει μια ιδιόμορφη, την πιο επικίνδυνη, μορφή ατομισμού, ο οποίος καταργεί την σωματική κοινωνία των ανθρώπων καλλιεργώντας μια μορφή επικοινωνίας, απαλλαγμένης από την ύλη…… η σωματική σύναξη των ανθρώπων «επι το αυτό», που είναι η ίδια η φύση της Εκκλησίας, αντικαθίσταται με μια «πνευματική» επαφή, στην οποία όλα τα υλικά σύμβολα της Εκκλησίας, με τα οποία εκφράζεται ο εικονισμός των σχέσεων, καταργούνται…..Ετσι προσφέρεται μια ψυχολογική ικανοποίηση στους ανθρώπους, με την οποία όμως, η Εκκλησία αλλοιώνει την οντολογική πραγματικότητα της ταυτότητας της, αφού η Λειτουργία είναι Σύναξις «επί το αυτό» και η Εκκλησία κοινότητα..[9]»

Είναι λοιπόν κατανοητό ότι ως ποιμένες της εκκλησίας βρεθήκαμε κάτω από πρωτόγνωρες και ακραίες καταστάσεις, που ωστόσο όμως πρέπει να τις χειριστούμε με θεολογική διάκριση έτσι ώστε να μην επιφέρουν θεμελιώδης αλλαγές στον πυρήνα της εκκλησιαστικής ζωής. Μια πρόταση είναι να εξηγήσουμε επαρκώς στους πιστούς των εκκλησιών μας, ότι οι πρακτικές του μένω σπίτι και βλέπω την Θ. Λειτουργία από την τηλεόραση ή του κοινωνάω στο τέλος της Ευχαριστίας, είναι αυστηρά προσωρινές και κατ΄ άκρα οικονομία πράξεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν μέρος της φυσιολογικής εκκλησιαστικής ζωής μας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι κάθε πράξη ποιμαντικής οικονομίας θα πρέπει να μην θίγει την ταυτότητα της εκκλησίας.

 

Σημειώσεις

[1] (Ιω. δ΄ 5-42)

[2] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, «Η Πνευματολογική διάσταση της Εκκλησίας».

[3] «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τόν Πατέρα» , «Εγώ εν τω Πατρί καί ο Πατήρ εν εμοί εστι» (Ιω. ιδ΄ 8-14)

[4] «Όταν ο Θεός πεθαίνει», Αλ. Κατσιάρας- Μάρω Βαμβουνάκη, Αρμός σελ. 156

[5] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, Δογματική, «Το έργο του Αγίου Πνεύματος στη διατύπωση των δογμάτων»

[6] π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, Ορθόδοξος Λατρεία,», «Ορθόδοξος Λατρεία», σελ.160-161

[7] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα: Έργα Α΄ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, «Το ευχαριστιακό θεμέλιο της ιεροσύνης», εκδόσεις Δόμος, σελ.604

[8] «Η βίωση του Μυστηρίου της Εκκλησίας», Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη

[9] Ευχαριστίας Εξεμπλάριον, «Τρεις Ιεράρχες, η ταυτότητα της Εκκλησίας», Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη, σελ.205-206